Τέσσερις επιστήμονες απαντούν στις ερωτήσεις του Αντώνη Παγκράτη: ήταν όντως παράδοξο το δίδυμα ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ; Μπορεί να επαναληφθεί μια τέτοια συμμαχία;
O αναπληρωτής καθηγητής ΑΠΘ, Βασίλης Βαμβακάς, απαντά στο ερώτημα τι ήταν η συμμαχία ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ με αφορμή το συλλογικό έργο «Η διακυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ».
Με αφορμή το συλλογικό έργο «Η διακυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ», που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Σιδέρη (επιμέλεια Μ. Μαραγκουδάκη και Θ. Χατζηπαντελή) ζητήσαμε από τρεις συγγραφείς του βιβλίου και έναν προσκεκλημένο να απαντήσουν στην εξής ερώτηση: Στη συγκυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ- AΝΕΛ εκτός από τον προφανή καιροσκοπικό στόχο που το σχήμα αυτό επεδίωκε και τελικώς πέτυχε -την κατάληψη της εξουσίας- μπορούμε να διακρίνουμε κάποια θεμέλια αυτής της συνεργασίας που, φαίνεται τόσο παράδοξη; Υπάρχει κάποια συνισταμένη που θα επέτρεπε την ικανοποίηση του οράματος των δύο κομμάτων για την πολιτική οργάνωση της ελληνικής κοινωνίας; Υπάρχει κάποια σύμπτωση νοοτροπιών, πεποιθήσεων ηγεσιών και ψηφοφόρων; Ήταν ένα πολιτικό και κοινωνικό φαινόμενο που δύσκολα μπορεί να επαναληφθεί, ή υπάρχουν ιδεολογικά ερείσματα που θα ευνοούν μελλοντικά τέτοιου είδους συνεργασίες;
Κατά τη γνώμη μου από το σχόλιο/απάντηση του αναπληρωτή καθηγητή στο ΑΠΘ, Βασίλη Βαμβακά, το πρώτο από τα τέσσερα, που δημοσιεύεται σήμερα, προκύπτει το εξής: Η συγκυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ προτού γίνει νομίμως ορθή και πολιτικώς εφικτή μετά το εκλογικό αποτέλεσμα του 2015, το οποίο δεν αναδείκνυε αυτοδύναμη κυβέρνηση, φαίνεται ότι οφείλει την ύπαρξή της σε μια άδηλη πνευματική συμμαχία η οποία διαμορφώθηκε στην πλατεία Συντάγματος, στην πλατεία των διαμαρτυριών. Το πλαίσιο της εξέλιξης αυτής ήταν ο φόβος μιας γενιάς ανθρώπων οι οποίοι είχαν μεγαλώσει στην εποχή της ευημερίας και εκδήλωναν αγανάκτηση για την πολιτική λιτότητας. Όμως ο φόβος είχε ως αφετηρία την προάσπιση της διατήρησης των υπαρχουσών συνθηκών διαβίωσης και όχι μια δικαιολογημένη αγωνία απέναντι στην επιβεβλημένη ανάγκη αλλαγής για την επιβίωση. Μια ριζικά συντηρητική κοινωνία χειραγωγεί τη νεολαία της προς την αντισυμβατικότητα με κρυφό σκοπό την εξασφάλιση των κεκτημένων.
Ακολουθεί ολόκληρη η απάντηση του Βασίλη Βαμβακά για την οποία ο ίδιος προτείνει ως τίτλο δυο λέξεις: «Ριζοσπαστικός συντηρητισμός».
Η συγκυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ υπήρξε αποτέλεσμα των πολιτικών διεργασιών που ξεκίνησαν με την οικονομική κρίση. Θα ήταν εσφαλμένο να θεωρήσουμε τη συγκυβέρνηση αυτή μονάχα μια υπόθεση «κορυφής», δηλαδή μονάχα καρπό τακτικών κινήσεων δυο κομματικών ηγεσιών. Το πνεύμα σύμπνοιας μεταξύ ριζοσπαστικής αριστεράς και (ακρο)δεξιάς σφυρηλατήθηκε τουλάχιστον από το 2011 μέχρι το 2015 στους δρόμους της διαμαρτυρίας και της αγανάκτησης. Ήταν μια από τα κάτω συμμαχία που χτίστηκε στη δυσφορία που ένιωσαν κυρίως τα μεσαία στρώματα από τον φόβο και σταδιακά το βίωμα της κοινωνικής πτώσης και ανασφάλειας που δημιούργησε η κρίση. Ήταν μια ιδεολογική συμμαχία που εξέφρασε κυρίως γενιές που δεν είχαν πολιτικοποιηθεί με τους παραδοσιακούς τρόπους της μεταπολίτευσης, που ουσιαστικά είχαν γαλουχηθεί στην «απολίτικη» εποχή της ευημερίας της ύστερης μεταπολίτευσης, που δεν είχαν αυστηρές κομματικές στρατεύσεις και απλώς ένιωσαν οργή και αδιέξοδο με τις πολιτικές λιτότητας που επέβαλαν τα μνημόνια. Το κοινωνικό έρεισμα αυτής της συμμαχίας ήταν μεγάλο, στον βαθμό που τα δύο κόμματα, το καθένα με το δικό του τρόπο, υπηρέτησε πιστά το εθνικολαϊκιστικό αφήγημα που κυριάρχησε στην ελληνική δημόσια σφαίρα τα πρώτα χρόνια της κρίσης. Το αφήγημα εκείνο που ήθελε να βλέπει «κακούς» ξένους που εκμεταλλεύονται τις συνθήκες για να αφανίσουν το ελληνικό έθνος, και πρόθυμες ελίτ που προδοτικά συμμαχούσαν μαζί τους για να σώσουν το τομάρι τους. Ο ρόλος του διαδικτύου στην εκκόλαψη αυτής της ιδεολογικής ηγεμονίας ήταν πολύ σημαντικός, χωρίς βέβαια να υστερούν ως προς αυτό τα παραδοσιακά ΜΜΕ. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ειδικά το κόμμα των ΑΝΕΛ υπήρξε το πρώτο «διαδικτυακό» κόμμα στην Ελλάδα που γεννήθηκε ακριβώς πάνω στην κορύφωση της κρίσης.
Ακόμη όμως και στο επίπεδο του πολιτικού στιλ της ηγεσίας των δύο κομμάτων, η συμμαχία δεν υπήρξε τυχαία. Οι δύο ηγέτες κατάφεραν να εκπροσωπήσουν από κοινού, παρά τις διαφορετικές ιδεολογικές τους αφετηρίες, αυτό που θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε αντιδυτικισμό και μισαλλόδοξο αντισυστημισμό. Η εχθρότητά τους προς το «παλιό», η επιθετικότητα της «μάγκικης» ρητορικής τους, η επίκληση σε μια ξένη και εγχώρια «Κατοχή» υπήρξε ο κοινός καμβάς πάνω στον οποίο συναντήθηκαν με τρόπο μαγικό στην Ελλάδα ο Ούγκο Τσάβες και ο Ζαν Μαρί Λεπέν. Τσίπρας και Καμμένος απέδειξαν ότι ο ελληνικός ριζοσπαστισμός έχει δύο όψεις (αριστερή και δεξιά) αλλά επί της ουσίας έχει κοινούς στόχους, γιατί δεν εκφράζει τόσο μια νέα συνθήκη, δεν οραματίζεται κάτι καινούργιο, αλλά επιδιώκει να προφυλάξει και να συντηρήσει πολιτικές και κοινωνικές δομές του παρελθόντος, με τον «εκσυγχρονισμό» ως βασικό κοινό αντίπαλο. Αυτός ο συντηρητικός εγχώριος ριζοσπαστισμός βρήκε ιδανικούς ενσαρκωτές τους δύο ηγέτες των κομμάτων που από τη μια υπόσχονταν ρήξεις με το «σύστημα» και από την άλλη εγγυώνταν την επανίδρυσή του, αφού ήταν οι ίδιοι προϊόντα της μεταπολιτευτικής κομματικής μηχανής. Το προεκλογικό σποτ με τον Πάνο Καμμένο να εγγυάται ότι ο «Αλέξης» (ως ανώριμο παιδί) δεν θα εκτροχιάσει το τρένο υπό τη δική του συνεργασία είχε πολλές συνδηλώσεις. Ίσως αυτή που δεν προσέχτηκε αρκετά είναι εκείνη μιας συντηρητικής κοινωνίας που έβαλε την «επαναστατημένη νεότητά» της να επιδείξει την αντισυμβατικότητα της, κάτω από τη δική της καθοδήγηση και ανατροφή.
Ο Μανούσος Μαραγκουδάκης, Καθηγητής Συγκριτικής Πολιτισμικής Κοινωνιολογίας στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου, απαντά στο ερώτημα τι ήταν η συμμαχία ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ.
Ο Μανούσος Μαραγκουδάκης κάνει λόγο για μια «ιερή σταυροφορία» η οποία κάλυψε τις γνωστές ιδεολογικές διαφορές μεταξύ ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ οι οποίοι ενώθηκαν σ’ ένα κοινό μέτωπο εναντίον του εκσυγχρονισμού: από τη μια, ο ΣΥΡΙΖΑ με μια ιδιότυπη παραδοσιολατρεία βασισμένη στα στερεοτυπικά πολιτικά δεδομένα άλλων εποχών και από την άλλη η τυπική παραδοσιοστρέφεια των ΑΝΕΛ. Να τι λέει ο Μανούσος Μαραγκουδάκης:
Για τη διερεύνηση του θέματος που θέτει το ερώτημα θα πρέπει να εξετάσουμε την κατάσταση τεσσάρων διαφορετικών ωσμώσεων: (α) μεταξύ των δύο αρχηγών, (β) μεταξύ των κεντρικών μελών-πολιτευτών των δύο κομμάτων, (γ) μεταξύ των ψηφοφόρων τους, και (δ) μεταξύ των ιδεολογιών τους. Η πολλαπλή αυτή συγκριτική παρατήρηση θα μας οδηγούσε στο εξής βασικό συμπέρασμα: παρά τις προφανείς προγραμματικές και βιωματικές διαφορές μεταξύ των δύο κομμάτων, υπήρξαν αρκετά και ποιοτικά σημαντικά στοιχεία που επέτρεψαν την πολλαπλή όσμωση ―στοιχεία που στον πυρήνα τους βρίσκεται η επιθυμία άσκησης εξουσίας χωρίς θεσμικούς κανόνες και ελέγχους.
Ξεκινώντας από τις προγραμματικές-ιδεολογικές τοποθετήσεις τους, αμφότερα τα κόμματα εμφατικά ορίζουν την πολιτική σφαίρα ως μια αρένα όπου αναμετράται το Καλό με το Κακό, οι αγνοί αγωνιστές με τους εχθρούς του Λαού∙ μια αρένα, που ακριβώς για αυτόν τον λόγο, δεν επιδέχεται ουδέτερους διαιτητές και κανόνες εμπλοκής. Και ενώ κάθε κόμμα από την πλευρά του όριζε το Καλό με αρκετά διαφορετικό τρόπο (ο ΣΥΡΙΖΑ μαρξιστικά-διεθνιστικά, οι ΑΝΕΛ εθνικιστικά), συνέπιπταν στον ορισμό του Κακού το οποίο αμφότερα τα κόμματα ταύτισαν με την Τρόικα και τα Μνημόνια.
Είχαν αποδεσμευθεί από τους παλαιότερους δεσμούς τους με το ΠΑΣΟΚ και τη ΝΔ, ενώ την ίδια στιγμή ταύτιζαν στον νου τους τους «κλέφτες της χώρας» με τη δική τους εισοδηματική και εργασιακή αποδυνάμωση. Αποποιούμενοι των δικών τους ευθυνών για τα πεπραγμένα, ταύτιζαν ένα θέμα ηθικής τάξης και εντιμότητας με το δικό τους προσωπικό συμφέρον∙ το ένα σήμαινε το άλλο. Αυτές τις απαιτήσεις αλλά και το αφήγημα που τις πλαισίωνε γινόταν αποδεκτά πλήρως τόσο από τον ΣΥΡΙΖΑ, όσο και από τους ΑΝΕΛ.
Ο συγχρωτισμός μεταξύ των δύο πολιτευτών φάνηκε στην αρχή να είναι η αχίλλειος πτέρνα στις σχέσεις των δύο κομμάτων, καθώς, θεωρητικά, οι προσλαμβάνουσες των δύο πλευρών ήταν έντονα διαφορετικές (ακτιβιστές οι μεν, πελατειοκράτες οι δε)∙ όμως τελικά αποδείχθηκε ότι οι ανθρωπολογικού τύπου διαφορές δεν ήταν τόσο σημαντικές ώστε να οδηγηθούν τα πράγματα σε ρήξη (αν και εντός του ΣΥΡΙΖΑ εκδηλώθηκαν, αρκετά συχνά, έντονες διαφωνίες για την αφύσικη σχέση με τους ΑΝΕΛ). Μάλιστα, υπήρξαν πολιτευτές των ΑΝΕΛ που συνέδεσαν σε δεύτερο χρόνο την πολιτική τους καριέρα με τον ΣΥΡΙΖΑ – φυσικά με το αζημίωτο, καθιστώντας τους ΑΝΕΛ ένα εξαιρετικά επιτυχημένο κόμμα με όλα τα υψηλόβαθμα μέλη του κάποια στιγμή να κατέχουν θέσεις εξουσίας.
Όμως η σύμπλευση και ώσμωση των δύο χώρων απέκτησε δυναμική μόνον αφότου εμπεδώθηκε η φιλικότατη διαπροσωπική σχέση Τσίπρα-Καμμένου μέσα από τις επιτελέσεις αμέριστης αλληλεγγύης και σύμπνοιας μεταξύ τους με διάφορους πολιτειακούς παράγοντες να διευκολύνουν αυτή την διαπροσωπική εμπιστοσύνη. Σε πιο προσωπικό επίπεδο, η λαϊκότητα των δύο ανδρών, η απαξίωση της μόρφωσης και της αστικής ευγένειας, και η δίψα για εξουσία, για απόλυτη και άκρατη εξουσία, απετέλεσαν την συγκολλητική ουσία και το κίνητρο για μία εντέλει απόλυτη συμμαχία.
Όσο για τα «ιδεολογικά» προβλήματα που αφορούσαν την Εκκλησία και τα ομόφυλα ζευγάρια (δύο ζητήματα στα οποία είχαν σαφείς διαφορές) προσπεράστηκαν και εξαιρέθηκαν από μία κατά τα άλλα άψογη συγκυβέρνηση όπου ο ΣΥΡΙΖΑ δεν επενέβαινε στα υπουργεία που κατείχαν μέλη των ΑΝΕΛ και οι ΑΝΕΛ δεν επενέβαιναν σε θέματα ευρύτερης χάραξης πολιτικής από τον ΣΥΡΙΖΑ. Το μόνο θέμα που δεν μπορούσε να αγνοηθεί ήταν αυτό του ονόματος της ΠΓΔΜ. Όμως ακόμη και αυτό το θέμα δεν επέφερε ρήξη, αλλά κρυφή συνεννόηση.
Πάνω σε αυτά τα περιγραφικά πεδία ανάλυσης, μπορούμε να εντοπίσουμε δύο βασικά στοιχεία που ενώνουν τους δύο κομματικούς χώρους: Πρώτον, η λατρεία της αυταρχικής εξουσίας – η εξουσία χωρίς πολιτειακούς ή κοινοβουλευτικούς ελέγχους, όπου ο λαοπρόβλητος ηγέτης αναλαμβάνει να υλοποιήσει πολιτικά προγράμματα που εκπληρώνουν «λαϊκούς» και «εθνικούς πόθους», χωρίς όμως λογοδοσία. Δεύτερον, στενά συνδεδεμένο με το πρώτο, η λατρεία της αχρονικότητας, ή για να θέσουμε διαφορετικά, ο φόβος του εκσυγχρονισμού∙ τα θεμελιώδη αγαθά των πολιτικών οραμάτων των δύο χώρων αποτελούν σύμβολα παγωμένα στον χρόνο, παρά κίνητρα για δράση. Τα δύο αυτά στοιχεία, συνδυασμένα, εγγυώνται ότι πολύ σπάνια, έως ποτέ, δεν επιτυγχάνεται η ποθητή εκπλήρωση των στόχων που θέτει το πολιτικό τους πρόγραμμα. Για αυτόν τον λόγο δύο τύποι μηχανισμών αποκτούν μεγάλη σπουδαιότητα κατά τη διακυβέρνηση τέτοιων κομμάτων: Πρώτον, οι συμβολικές παραστάσεις και επιτελέσεις «επιτυχημένης» διακυβέρνησης, είτε πρόκειται για τελετές εθνικής υπερηφάνειας, όπως η κατάθεση στεφάνου στη Σαλαμίνα και στα Ίμια από τον Καμμένο, είτε εορτές για το «νέο πολιτικό σύστημα» και φιέστες με μουσαμάδες στο Μετρό της Θεσσαλονίκης από τον Τσίπρα∙ δεύτερον, ο εκφοβισμός των πολιτικών αντιπάλων με μεθοδεύσεις τύπου Novartis και τρολ, καθώς μόνον ελλείψει επικίνδυνης αντιπολίτευσης μπορούν τέτοιου είδους κόμματα και νοοτροπίες να εμπεδώσουν την κυριαρχία τους. Ο λόγος που κάτι τέτοιο δεν επετεύχθη, έχει να κάνει περισσότερο με την δική τους ανικανότητα να ενεργοποιήσουν αυτούς τους μηχανισμούς με ορθολογικό και μεθοδικό τρόπο, παρά με τις αντιστάσεις που επέδειξε η ελληνική δημοκρατία.
«Πηγή: https://www.athensvoice.gr/politics/719688_ti-itan-telika-i-symmahia-syriza-anel-meros-2o»
O Νίκος Ναγόπουλος, Καθηγητής στο Τμήμα Κοινωνιολογίας του Πανεπιστημίου Αιγαίου, απαντά στο ερώτημα τι ήταν η συμμαχία ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ.
Σήμερα απαντά ο Νίκος Ναγόπουλος, Καθηγητής στο Τμήμα Κοινωνιολογίας του Πανεπιστημίου Αιγαίου και Κοσμήτορας της Σχολής Κοινωνικών Επιστημών και, κατά τη γνώμη μου από το σχόλιο/απάντηση προκύπτει ότι η διακυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ πραγματοποιήθηκε στη βάση της εξαγιάσεως των μέσων προς επίτευξη του ιερού σκοπού: αυτή είναι συνισταμένη της συγκυβέρνησης του 2015. Όλα τα υπόλοιπα, ιδεολογίες, κοινωνικές ευαισθησίες, ιστορικό παρελθόν υποχωρούν, έστω και προσωρινά, μπροστά στον κοινό στόχο. Σκοπός ήταν η λύτρωση της πατρίδας από τους δανειστές και αυτούς που τους αξίωσαν ως τέτοιους: το παλιό διεφθαρμένο πολιτικό σύστημα. Αυτός ήταν ο στόχος της συγκυβέρνησης ανεξαρτήτως της αποτυχημένης, από την πλευρά του ΣΥΡΙΖΑ, άσκησης της εξουσίας στην οποία εκ των πραγμάτων αναγκάζεται ο κυβερνών, και της διακριτικής, συμβολικού-τελετουργικού χαρακτήρα παρουσίας του ΑΝΕΛ. Η επαναφορά παρομοίων πολιτικών συνδυασμών θα μπορούσε να υπάρξει στο πλαίσιο που η εξουσία περιορίζεται ή γίνεται αναγνωρίσιμη στην ισχύ της και μόνο. Δηλαδή, στην περίπτωσή μας, όταν η εξουσία έχει σημασία μόνο ως άσκηση ισχύος.
Ακολουθεί ολόκληρη η απάντηση του Νίκου Ναγόπουλου.
Προεκλογικά επιλέχθηκε και μετεκλογικά έγινε πράξη η «έντιμη δημόσια συμφωνία», όπως τη χαρακτήρισαν οι πρωταγωνιστές της, ή η «ανίερη συμμαχία», όπως στιγματίστηκε από πολλούς. Προκρίθηκε σχεδόν αβασάνιστα η ευκαιρία της συγκυβέρνησης που προσφέρθηκε για την «πρώτη φορά Αριστερά» μέσα από τις πολλαπλές συγκυρίες για άμεση κατάκτηση εξουσίας, παρά το πολιτικό, ηθικό, αξιακό και ιδεολογικό κόστος που θα επέφερε στο εσωτερικό της. Μετεκλογικά ζυγίστηκαν εκ νέου όλα σε μια σχέση με ετεροβαρές πρόσημο καθώς τα εκλογικά αποτελέσματα, η αξίωση ισχύος και κυρίως το μέγα διακύβευμα, η δυνατότητα για άσκηση εξουσίας εδώ και τώρα, ήταν δεδομένο ότι θα υπερίσχυαν. Η συγκυβέρνηση, ως εξαγιασμένο μέσο του μοναδικού, εξαιρετικού σκοπού, παρουσιάστηκε ηχηρά ως η τυπική και η μόνη πολιτικά εφικτή συμφωνία. Μια συμφωνία που αναβαθμίστηκε σε «κυβέρνηση εθνικής σωτηρίας» και η οποία σχολιάστηκε ψιθυριστά στον κόσμο της Αριστεράς, που «κατάπιε» σχετικά εύκολα, τα συνειδησιακά ζητήματα για το στραπατσάρισμα της ηθικής ανωτερότητας, αυτό το Magnum Opus που επιδεικνύει με αυταρέσκεια.
Από την άλλη, οι ΑΝΕΛ, ένα κόμμα χωρίς ιδεολογία και όραμα, προϊόν της κρίσης, με διάθεση περισσότερο επιχειρησιακής εμπλοκής παρά πολιτικής οργάνωσης, αυτοαναγορεύτηκε σε εθνικό προστάτη και με αποστολή τα «καθαρά χέρια». Έτσι, βρέθηκε αίφνης προ των πυλών της εξουσίας. Εδώ ξεπρόβαλε απρόσμενα, όχι ωστόσο παράδοξα, ο κοινός τόπος και εδώ επενδύθηκε πρόχειρα σε επικοινωνιακό επίπεδο το συν-κυβερνητικό πρόγραμμα που νοηματοδοτούσε υπόρρητα κάποια συμπληρωματικότητα στη διαχείριση της εξουσίας. Η πολιτική καταγγελία και η κατάργηση των μνημονίων που προανήγγειλε ο Σύριζα σε συνδυασμό με την πάταξη της φοροδιαφυγής, της διαφθοράς, των πελατειακών δικτύων έδινε ρόλο στον εταίρο της συγκυβέρνησης: εκτός των άλλων οι ΑΝΕΛ θα καταδείκνυαν τη φθορά και τη διαίρεση της δεξιάς παράταξης. Το οικοδόμημα της συνεργασίας ήταν έτοιμο, συγκυβέρνηση ειδικού σκοπού, με ανύπαρκτο κοινό όραμα και αχρείαστες πολιτικές ή άλλου είδους συγκλίσεις.
Ήταν σαφές: η αδιαπραγμάτευτη προεκλογική αντιμνημονιακή στάση του ΣΥΡΙΖΑ αναζητούσε συμπόρευση, όχι οπωσδήποτε πολιτική, αλλά εξίσου αντιμνημονιακή, αναδιατάσσοντας έτσι το τοπίο και τις προϋποθέσεις για ύπαρξη συμμαχιών. Μια υπολογιστική πράξη καθαρά κόστους-οφέλους που ήταν ταυτοχρόνως ορθολογική: μεγιστοποιούσε τις ευκαιρίες επίτευξης του σκοπού, ανεξάρτητα από το περιεχόμενο των μέσων που επρόκειτο να επιλεγούν. Επιπλέον, οι προσφερόμενες λύσεις διατήρησαν αποκλειστικά συγκυριακό και προσωρινό χαρακτήρα και με τον ίδιο τρόπο διαπέρασαν την κοινή ανάγνωση που επιχείρησαν οι αρχηγοί τους. Η ριζοσπαστική αριστερά και η ακραία πτέρυγα της δεξιάς αποκτούσαν κοινό πρόγραμμα εξουσίας και αυτό ήταν μια πραγματικότητα. Βέβαια, προς το παρόν, η διαφορετική πολιτική διερμήνευση του μετώπου από τα δύο κόμματα παρέμενε αδιάφορη: το μείζον ήταν η αντιμνημονιακή ανατροπή· όχι το πολιτικό αποτύπωμα, όχι οι ιδεολογικές αρχές των συμμετεχόντων. Κι όλα αυτά παρότι η πράξη μιας ανορθόδοξης συμμαχίας περιφερόταν σε αρκετές αμήχανες συνειδήσεις ανθρώπων της Αριστεράς.
Στη θέση του δίπολου Αριστεράς-Δεξιάς ξεπροβάλλει στο Ζάππειο ανάμεσα στους εναγκαλισμούς των δύο αρχηγών το σύνθημα νίκης «Ξεμπερδεύουμε με το παλιό – Κερδίζουμε το αύριο». Πάλι καλά που το αντιμνημονιακό μέτωπο έφτασε μέχρι τους ΑΝΕΛ, διότι υπήρχαν κάποιες άλλες αυτοαποκαλούμενες αντιμνημονιακές δυνάμεις της ακροδεξιάς που στην ουσία ως εγκληματικές οργανώσεις με πολιτικό μανδύα είχαν πιο δραστικό σχέδιο εμπλοκής στην αντίληψη ότι «η πολιτική είναι απλά διαχείριση κρίσεων» με άμεσο πρόγραμμα εκκαθαρίσεων.
Είναι φανερό ότι σε επίπεδο ηγεσιών το κρίσιμο σημείο είχε με ευκολία προδιαγραφεί μέσα από την έκδηλη δυνατότητα απόλαυσης μιας σχεδόν απαγορευμένης γεύσης για την Αριστερά και από τη μέγιστη αξιοποίηση σε επίπεδο στελέχωσης των κυβερνητικών θώκων που εξασφάλισε το κόμμα των ΑΝΕΛ - ένας σχηματισμός που εμφανίστηκε σαν κομήτης σε περίοδο κρίσης και εξαφανίστηκε με την ίδια ταχύτητα. Για τον ΣΥΡΙΖΑ η διαχείριση της πολιτικής εξουσίας θα αποδεικνυόταν όχι τόσο εύκολη υπόθεση και σίγουρα όχι τόσο γοητευτική, όσο η πολιτισμική ηγεμονία της Αριστεράς στα χρόνια που ήταν στην αντιπολίτευση. Η προσγείωση ήταν απότομη, σχεδόν ανώμαλη καθώς πραγματοποιήθηκε με την απομάγευση της πολιτικής από την υψηλή ιδεολογία και την απομάκρυνση της φαντασίας από την εξουσία, τη σύγκρουση του εφικτού με το ανέφικτο, την αναθεώρηση της πολιτικής έννοιας του πραγματισμού, τις σκληρές διαπραγματεύσεις, τον κυνισμό, τα διαχειριστικά αδιέξοδα, την πολιτική και ιδεολογική φθορά … την αλλαγή πλεύσης.
Το περιεχόμενο των ετερόκλητων πολιτικών, της ηθικής, αξιακής και προγραμματικής ασυμβατότητας των δύο κομμάτων θα αποκτούσε σημασία μόνο όταν ο σκοπός θα εξυπηρετούνταν κάποια στιγμή με διαφορετικό τρόπο. Η ανάδειξη της πολιτικής διαφοράς με το προαναγγελθέν χρονικό της ρήξης, ως επιστροφή στις πολιτικές και ιδεολογικές ταυτότητες των δυο κομμάτων, θα έπρεπε να περιμένει έως τις Πρέσπες.
Ως προς το αν αναμένουμε στο μέλλον παρόμοιες συμμαχίες ασύμβατων πολιτικά δυνάμεων, η Θουκυδίδεια ανάδειξη της ισχύος ως εξουσιαστικής (και όχι ιδεολογικής) σχέσης που διέπει τις ομάδες συμφερόντων μπορεί να εκτιμηθεί και ως επιβεβαίωση της επανάληψης του φαινομένου και με άλλους πρωταγωνιστές.
«Πηγή: https://www.athensvoice.gr/politics/720032_ti-itan-telika-i-symmahia-syriza-anel-meros-3o»
O διδάκτωρ κοινωνιολογίας Γιώργος Σιακαντάρης απαντά στο ερώτημα τι ήταν η συμμαχία ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ.
Σήμερα απαντά ο διδάκτωρ κοινωνιολογίας Γιώργος Σιακαντάρης που χαρακτηρίζει «Ιανό» τη συμμαχία ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ κάνοντας ιδιαίτερη μνεία στην καταγωγή των δύο κομμάτων. Να τι λέει ο Γιώργος Σιακαντάρης:
Για να απαντηθούν τα ερωτήματά σας χρειάζεται πρώτα να εξεταστεί ποια ήταν ξεχωριστά τα δύο κόμματα που δημιούργησαν την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ- ΑΝΕΛ και όχι ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ. Κι αν τα πράγματα με τους ΑΝΕΛ του κ. Καμμένου είναι εύκολα, δεν είναι το ίδιο εύκολα με τον ΣΥΡΙΖΑ. Οι ΑΝΕΛ ήταν εξαρχής ένα κόμμα γέννημα θρέμμα του αντιμνημονίου, με ακροδεξιές και εθνικιστικές θέσεις και ένα αμιγώς «ψεκασμένο» λόγο. Ο ΣΥΡΙΖΑ αν και εκμεταλλεύτηκε σε υπέρτατο βαθμό το πνεύμα της εποχής, δεν γεννήθηκε από το αντιμνημόνιο. Οι ρίζες του βρίσκονται στη λεγόμενη Ανανεωτική Αριστερά που μετατράπηκε σταδιακά σε κόμμα της ριζοσπαστικής Αριστεράς. Υπήρξαν τρία κύματα μετασχηματισμού αυτού του χώρου σε ριζοσπαστικό κόμμα. Στη δεκαετία του 1990 το πρώτο κύμα μετέτρεψε τον Συνασπισμό της Αριστεράς και της Προόδου σε συνασπισμό αριστερίστικvν ομάδων κατά της παγκοσμιοποίησης, το δεύτερο κύμα ήταν αυτό του αντιμνημονιακού ΣΥΡΙΖΑ της Πλατείας και της συνεργασίας με τους ακροδεξιούς «ψεκασμένους» ΑΝΕΛ και το τρίτο είναι το προερχόμενο από το λεγόμενο «πατριωτικό» ΠΑΣΟΚ, το πιο νατιβιστικό και καθυστερημένο τμήμα του ΠΑΣΟΚ που για καιροσκοπικούς λόγους -όπως για καιροσκοπικούς ήταν και στο ΠΑΣΟΚ- βρέθηκε στον ΣΥΡΙΖΑ. Αλλά κακά τα ψέματα όταν κάποιοι σήμερα κατατάσσουν συλλήβδην τα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ στους «εχθρούς της δημοκρατίας», ξεχνούν πως υπήρξε μια περίοδος που όταν κάποιοι κυκλοφορούσαν με τσεκούρια και κάποιοι άλλοι κατασκήνωναν στα τσαντίρια του Καντάφι, ονειρεύονταν συμμαχίες με τα Μπάαθ των Σαντάμ και Άσαντ και σαμποτάριζαν μέχρι τέλους το εκσυγχρονιστικό εγχείρημα, στην Ανανεωτική Αριστερά απ’ όπου προέρχεται ο ΣΥΡΙΖΑ, υποστήριζαν πως ο «σοσιαλισμός ή θα είναι δημοκρατικός ή δεν θα υπάρξει» και μιλούσαν για ένα δίκαιο εκσυγχρονισμό (π.χ. ο αξέχαστος Μιχάλης Παπαγιαννάκης). Δεν πρέπει όμως να βγουν βιαστικά συμπεράσματα. Δεν αναφέρομαι σ’ όλα αυτά για να δικαιολογήσω τον ΣΥΡΙΖΑ, αλλά για να τον ερμηνεύσω και να τονίσω πόσο απείχε από την κουλτούρα αυτού του χώρου αλλά και πόσο κοντά ήταν στον γενικευτικό ηθικολογισμό του η συμμαχία με ό,τι πιο καθυστερημένο και ακροδεξιό είχε ο τόπος, αν εξαιρέσουμε τους χρυσαυγίτες που ήταν σκέτοι ναζί.
Την επομένη των εκλογών του Ιανουαρίου του 2015 ανακοινώθηκε η συμμαχία των δυο, σαν έτοιμη από καιρό. Την είχε άλλωστε προαναγγείλει ο κ. Καμμένος με τα σποτάκια του. Ήταν όμως τόσο πρωτοφανής για τα ελληνικά δεδομένα αυτή; Αυτή έφερε τους δυο εκ πρώτης όψης τόσο παράταιρους εταίρους στην εξουσία, η οποία και εκ των πραγμάτων αποδείχθηκε ότι ήταν και το σημείο συνοχής τους. Δεν στήθηκε όμως στο κενό. Η συνεργασία των δυο εκμεταλλεύτηκε μια διάχυτη στην ελληνική κοινωνία «συναισθηματική συμπεριφορά» (Μαξ Βέμπερ) με έλλογους σκοπούς -την κατάκτηση της εξουσίας- και με άλογα αποτελέσματα. Στη «συναισθηματική συμπεριφορά» αντιστοιχεί πάντοτε ένας χαρισματικός ηγέτης (Αλέξης Τσίπρας) και μια εξουσία που δεν στηρίζεται στη λειτουργία των θεσμών, αλλά στην αδιαμεσολάβητη σχέση «ηγέτη-λαού». Ειρήσθω εν παρόδω, η μόνη περίοδος που στη χώρα μας κυριάρχησε ο άλλος βεμπεριανός τύπος συμπεριφοράς, ο έλλογος, στον οποίο αντιστοιχεί ένας νομικό-ορθολογικός τύπος εξουσίας, ήταν η περίοδος Κώστα Σημίτη. Αν αυτή η ανάλυση είναι ορθή -και δεν βλέπω γιατί να μην είναι ορθή- τίποτα δεν απαγορεύει την επανάληψή της με άλλους πρωταγωνιστές.
Η έννοια του εθνικολαϊκισμού όμως δεν καλύπτει τον χαρακτήρα των κοινών σημείων -πέραν της επιθυμίας για εξουσία- των δύο εταίρων. Παρά τις κατά καιρούς δηλώσεις του κ. Τσίπρα για την Ακρόπολη που αυτός αντικρίζει από το γραφείο του, ενώ η Μέρκελ κοιτά το Ράιχσταγκ και τα περί «όχι και τόσο Ελλήνων» για εκείνους που ψήφισαν μνημόνια -στο τέλος βεβαίως αυτός ψήφισε το τρίτο και χειρότερο- ο εθνικισμός δεν ήταν το κοινό τους στοιχείο. Το αποδεικνύει άλλωστε η συμφωνία των Πρεσπών, φωτεινό σημείο στη διακυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ και σημείο ρήξης με τους ΑΝΕΛ. Ούτε όμως και ο λαϊκισμός τους ήταν ο ίδιος. Ο λαϊκισμός των ΑΝΕΛ ήταν εθνικιστικός-νατιβιστικός, διαχωριστικός. Αυτός του ΣΥΡΙΖΑ, όπως υποστηρίζει και ο Μανούσος Μαραγκουδάκης στο βιβλίο, ήταν πιο κοντά σ’ ένα ριζοσπαστικό εξισωτισμό, όχι τόσο μακριά απ’ αυτόν των «μη προνομιούχων». Ήταν ένας συμπεριληπτικός λαϊκισμός.
Όλα αυτά εξηγούν γιατί ο σημερινός ΣΥΡΙΖΑ είναι πλοίο χωρίς πυξίδα. Ένα κόμμα Ιανός όπως έχω ήδη γράψει, όπως κυβέρνηση Ιανός ήταν και αυτή των ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ. Ο ΣΥΡΙΖΑ προήλθε από τον πιο φιλοευρωπαϊκό και δημοκρατικό χώρο στο ελληνικό πολιτικό σύστημα, αυτόν του ΚΚΕ εσωτερικού, για να διολισθήσει σε θέσεις αρνητή της παγκοσμιοποίησης και να καταλήξει, εκμεταλλευόμενο την κρίση, να «αυταπατήσει» με το Πρόγραμμα Θεσσαλονίκης τους πάντες. Και τον εαυτό του. Σήμερα δεν μπορεί να εκπροσωπήσει ούτε τον ριζοσπαστισμό, ούτε τη σοσιαλδημοκρατική μετριοπάθεια. «Οι μη προνομιούχοι» του ΠΑΣΟΚ του 1974 και το «αντιμνημόνιο» του ΣΥΡΙΖΑ του 2010, αν και απλουστευτικές αναγνώσεις της πολυπλοκότητας της ελληνικής κοινωνίας, αποτελούσαν προτάσεις εξουσίας. Το 2021 όμως έχει μέλλον μόνο μια πρόταση εξουσίας που γνωρίζει την κοινωνία στην οποία αναφέρεται. Και ο ΣΥΡΙΖΑ ταλαντεύεται ανάμεσα σε μια αντιπολίτευση του «όχι σ’ όλα» και μια αντιπολίτευση που βάλλει κατά των διαχειριστικών ανεπαρκειών της κυβέρνησης. Μια αντιπολίτευση του τύπου «αν ήμουν εγώ θα έκανα καλύτερα το ίδιο πράγμα». Δεν πείθει αυτό. Δεν είναι αφήγηση σαν αυτή του «μνημόνιο-αντιμνημόνιο», δεν είναι καν ψευδοαφήγηση. Παραμένει ένα κόμμα Ιανός, του οποίου η μια πλευρά του προσώπου του είναι ο «ρεαλιστικός» πόλος που θα μειώνει τις ανισότητες και η άλλη είναι εγκλωβισμένη στο αντιμνημονιακό ψέμα. Καθόλου τυχαία επομένως που οι σχεδιασμοί του ΣΥΡΙΖΑ στηρίζονται στη λογική της επανόδου του στην κυβέρνηση και στην εξουσία και όχι στην ανάγκη να αλλάξει πραγματικά ο ίδιος.
«Πηγή: https://www.athensvoice.gr/politics/720515_ti-itan-telika-i-symmahia-syriza-anel-meros-4o»

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου