Σάββατο, 1 Οκτωβρίου 2016

Η δημοκρατία σε κατήφορο και η κοινωνία στον βούρκο

ΝΙΚΟΣ ΜΑΡΑΝΤΖΙΔΗΣ*

Βρισκόμουν στην Πράγα προσκαλεσμένος ως κεντρικός ομιλητής σε διεθνές επιστημονικό συνέδριο όταν δέχθηκα τηλεφώνημα από Ελληνα δημοσιογράφο που μου ζήτησε να σχολιάσω τις (αρχικές) δηλώσεις του προέδρου της Ενωσης Κεντρώων κ. Β. Λεβέντη για τον δημοσκόπο, που, σύμφωνα με τον ίδιο, του ζήτησε μερικές χιλιάδες ευρώ για να ανεβάσει τα ποσοστά της Ενωσης Κεντρώων στην επόμενη δημοσκόπηση της εταιρείας του. Σχολίασα γρήγορα, πως αυτό που απλώς οφείλει να κάνει ο κ. Λεβέντης είναι να πάει στον εισαγγελέα. Ετσι ανέγνωσα στη συνέχεια και την ανακοίνωση του Συνδέσμου Εταιρειών Δημοσκοπήσεων και Ερευνας Αγοράς (ΣΕΔΕΑ), που με σωφροσύνη ζήτησε από τον κ. Λεβέντη να κατονομάσει τον δημοσκόπο ή την εταιρεία προκειμένου να αποφευχθεί ένα κλίμα μόλυνσης του δημόσιου βίου μιαν ακόμη φορά. Εκείνος, βέβαια, αντί να λύσει το θέμα, φρόντισε να διαιωνίσει το μυστήριο, λέγοντας πως η εταιρεία δεν ήταν μέλος του ΣΕΔΕΑ (λες κι αυτό ήταν κυρίως το πρόβλημα) και στη συνέχεια πως δεν επρόκειτο ακριβώς για εκβιασμό. Είναι προφανές πως τέτοιου είδους «ελαφρά τη καρδία» διατυπωμένες καταγγελίες συμβάλλουν τελικά, έστω και ακούσια, στη δημιουργία ενός κλίματος που προετοιμάζει την κοινωνία για το «κυνήγι μαγισσών».

Η επιστροφή μου το βράδυ στο ξενοδοχείο συνοδεύτηκε από μία δυσάρεστη έκπληξη. Ενας φίλος
προώθησε στην ηλεκτρονική μου διεύθυνση το «τουίτ» κάποιου Alexandros Charoulis («@Fragilealex»): «Ο “δημοσκόπος” Μαραντζίδης του #skai_xeftiles ζήτησε 10.000 ευρώ από το κόμμα της Ενωσης Κεντρώων για να ανεβάσει τα ποσοστά του σε γκάλοπ». Οπως συμβαίνει συχνά στο Διαδίκτυο, η δήλωση αναπαράχθηκε άμεσα και έτσι δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι διάβασαν τη συκοφαντική αυτή αθλιότητα. Το πράγμα απέκτησε μεγαλύτερο ενδιαφέρον από το γεγονός πως, όπως με ενημέρωσαν, ο συγκεκριμένος χρήστης θεωρείται ενεργός υποστηρικτής των κυβερνητικών απόψεων.

Σε ό,τι με αφορά προσωπικά, αποτάθηκα άμεσα στις αρμόδιες Αρχές και στον δικηγόρο μου ώστε ο συκοφάντης να αντιμετωπίσει τις ευθύνες του ενώπιον της ελληνικής Δικαιοσύνης. Σε αυτό το επίπεδο τα πράγματα θα πάρουν τον δρόμο τους. Είναι περιττό, βέβαια, να αναφέρω πως τον κ. Λεβέντη δεν τον έχω συναντήσει ποτέ προσωπικά –περιττό γιατί και να τον γνώριζα δεν θα είχε καμία σημασία για το θέμα μας– καθώς ουδέποτε βρεθήκαμε, έστω από σύμπτωση, στον ίδιο χώρο.

Είναι επίσης περιττό να σημειώσω πως δεν είναι η προσωπική εμπλοκή του ονόματός μου που με κινητοποιεί. Εχω, δυστυχώς, «την τύχη» να έχω τόσο πολύ υβριστεί, συκοφαντηθεί και υποστεί ακόμη και σοβαρές σωματικές βλάβες για τις απόψεις και τις έρευνές μου, ώστε να μην ταράζομαι εύκολα από τέτοιες καταστάσεις – σε βαθμό που οι φίλοι μου πολλές φορές να απορούν. Το ζήτημα λοιπόν δεν βρίσκεται απλώς στη συκοφαντία που εκτόξευσε ένας δημοφιλής χρήστης του Ιντερνετ εναντίον μου. Για αυτήν υπάρχουν οι νόμοι και τα δικαστήρια.

Επιπλέον, το θέμα δεν αφορά μόνο τις δημοσκοπήσεις. Επ’ αυτού, θέλω απλώς να επισημάνω πως το πολιτικό περιβάλλον στην Ελλάδα (όχι μόνο τα τελευταία χρόνια) είναι τόσο πιεστικό και κυριευμένο από κάθε είδους θεωρίες συνωμοσίας, που προσωπικώς θαυμάζω τους ανθρώπους που σε τέτοιες συνθήκες διευθύνουν τις εταιρείες δημοσκοπήσεων και προσπαθούν να κάνουν τη δουλειά τους. Το γενικό αποτέλεσμα είναι θετικό, κι ας προσπαθούν να μας πείσουν κάποιοι για το αντίθετο.

Δυστυχώς, το πρόβλημα είναι ευρύτερο και σοβαρότερο. Το τελευταίο διάστημα η κατάσταση δείχνει πως έχουν γεννηθεί στη χώρα μας συνθήκες ανάπτυξης ολοκληρωτικών νοοτροπιών. Η υποβάθμιση του φιλελεύθερου-δημοκρατικού πλαισίου και η εμφανής προσπάθεια ελέγχου του δημόσιου χώρου από την πλευρά της πολιτικής εξουσίας (αυτό αποκαλείται αθώα «ρύθμιση») δημιουργούν μια ανησυχητική κατάσταση. Οι μεθοδεύσεις δείχνουν να ακολουθούν πανομοιότυπα βήματα. Μέσα από δήθεν καταγγελίες διαμορφώνεται κλίμα για να προκύψουν μηχανισμοί ελέγχου και περιορισμού της ελευθερίας. Ο νόμος γίνεται, έτσι, εργαλείο επιβολής των επιθυμιών της πολιτικής εξουσίας και όχι πλαίσιο προστασίας των πολιτών.

Οπως παντού, όπου διαπιστώνεται διολίσθηση στον αυταρχισμό τα πρώτα θύματα προέρχονται από τον χώρο της ενημέρωσης και των ιδεών. Στη συνέχεια ή και παράλληλα έρχονται και άλλες κατηγορίες ανθρώπων, όπως οι δικαστές ή οι μη συνεργάσιμοι επιχειρηματίες, για παράδειγμα. Φοβάμαι πως αν δεν αντιδράσουμε άμεσα σε αυτήν την άρρωστη κατάσταση, σε λίγο καιρό θα τρίβουμε τα μάτια μας από την απελπισία. Σήμερα, χρειάζεται η προσωπική ευθύνη του καθενός προκειμένου να μη μετατραπεί ο δημόσιος βίος σε μια χαβούζα με αυταρχικές συνέπειες. Δεν υπάρχουν μαγικές συνταγές, χρειάζεται προσπάθεια και κυρίως υπομονή.

Η δράση των αντιφρονούντων κατά τα χρόνια του κομμουνιστικού ολοκληρωτισμού, εξηγούσε το 1992 σε ομιλία του ο διανοούμενος Τσέχος πρόεδρος Βάτσλαβ Χάβελ, «προϋπέθετε την καλλιέργεια της υπομονής», «μιας αίσθησης αναμονής που βασίζεται στην πεποίθηση πως ο σπόρος που έπεσε στο έδαφος θα ριζώσει, θα φυτρώσει και θα καρπίσει. Χωρίς κανείς να γνωρίζει πότε ακριβώς. Μια μέρα».

Ως υστερόγραφο: Στον λόφο Λέτνα, όπου συνηθίζω να πηγαίνω για τρέξιμο όταν βρίσκομαι στην Πράγα, βρίσκεται ο μετρονόμος που φτιάχτηκε το 1991 στη θέση του αγάλματος του Στάλιν για να θυμίζει σε όλους πως οι καιροί αλλάζουν. Οπως πρόσεξα, συνεχίζει να κινείται ακατάπαυστα.

*Ο κ. Νίκος Μαραντζίδης είναι καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας και επισκέπτης καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Καρόλου στην Πράγα.

kathimerini.gr


Μοιραστείτε

Share/Bookmark

Η ΣΕΛΙΔΑ ΜΑΣ ΣΤΟ FACEBOOK

Δεν υπάρχουν σχόλια: