Δευτέρα, 6 Φεβρουαρίου 2017

Το πουλάκι της δραχμής

​​Και μόνον η διατύπωση «η Ελλάδα μεγαλούργησε με τη δραχμή» αρκεί για να προϊδεάσει για το είδος δημόσιου διαλόγου που θα είχαμε εάν άνοιγε η συζήτηση για το νόμισμα, όπως ζήτησε (χωρίς να του έχει ζητηθεί) ο κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος του ΣΥΡΙΖΑ. Ποια ακριβώς ήταν η Ελλάδα που μεγαλούργησε με τη δραχμή: του Περικλέους; του Τζουμπέ; του Δηλιγιάννη; Οι απαντήσεις παραπέμπονται στις ρομαντικές απεικονίσεις ενός εξωφρενικά εξιδανικευμένου φαντασιακού παρελθόντος. Παραλείπονται βέβαια κρίσιμες λεπτομέρειες: η Ελλάδα του 1910 ήταν χώρα αγράμματων και ανυπόδητων αγροτών, το 1930 παράδερνε από δικτατορία σε πτώχευση, το 1960 καβαλούσε το κύμα της εκβιομηχάνισης με όλες τις αναπτυσσόμενες οικονομίες του δυτικού μπλοκ – αλλά χωρίς συνδικάτα, χωρίς πολιτικές ελευθερίες, με τους κομμουνιστές στην παρανομία. Μια φτωχή, αγροτική, αναπτυσσόμενη οικονομία, με νεαρό πληθυσμό, σε εποχή αστικοποίησης και εκβιομηχάνισης, δεν έχει άλλη επιλογή από το να πηγαίνει μπροστά. Τα δύσκολα έρχονται όταν έχεις μια ώριμη, γηράσκουσα δημοκρατία μεσοστρωμάτων, εμπεδωμένων κοινωνικών κεκτημένων, σαθρού κράτους και αδύναμων θεσμών, να πρέπει να ανταγωνιστεί στην εποχή της διεθνοποίησης και αλληλεξάρτησης των αγορών. Εδώ σε θέλω κάβουρα.

Για μια πραγματική σύγκριση μεταξύ κάπως ομοειδών κατηγοριών (κι όχι πεπόνια με μπαλόνια), θα μπορούσαμε να κοιτάξουμε, για παράδειγμα, την περίοδο μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1990, όταν η νομισματική πολιτική της χώρας προσδένεται στο γερμανικό μάρκο με σκοπό τη σύγκλιση και την ένταξη στην ΟΝΕ. Ενα ταπεινό 0,8% ΑΕΠ ήταν ο ετήσιος μέσος όρος ανάπτυξης στην Ελλάδα της δραχμής που μεγαλουργούσε το 1980-94. Με διψήφιο ετήσιο πληθωρισμό και τεράστια δημόσια ελλείμματα που έθεσαν τις βάσεις της μελλοντικής κρίσης χρέους. Είναι χαμηλότερο κι από το 0,9% της περιόδου 1995-2015 – που περιέχει και τα επτά χρόνια της μεγάλης ύφεσης.

Επομένως η συζήτηση για το νόμισμα, εξόχως επικίνδυνη (όταν η χώρα όλη πασχίζει να διαψεύσει τον κ. Σόιμπλε, που θα μας ήθελε απ’ έξω και στη δραχμή) είναι και εξόχως ανόητη. Κατοικούμε ένα σπίτι με
γκρεμισμένους τοίχους, σάπια πατώματα, ετοιμόρροπη οροφή, και λέμε να ξεκινήσουμε την ανοικοδόμηση αγοράζοντας μια flat screen τηλεόραση που παίζει παλιές ελληνικές ταινίες.

Οι ίδιοι που την ημέρα βρίζουν το ευρώ, το βράδυ παραδέχονται πόσο ανίκανο είναι το κράτος μας. Αρκεί να κοιτάξει κανείς το πλήθος των διαρθρωτικών και θεσμικών παραγόντων που καθορίζουν την οικονομική επιτυχία και ανάπτυξη μιας χώρας για να κατανοήσει τι φταίει – και τι πρέπει να διορθωθεί. Από τον δείκτη κράτους δικαίου (είμαστε στον πάτο των ανεπτυγμένων οικονομιών), την επιβολή των συμβάσεων (θέση 155 δίπλα στο Τσαντ και το Πακιστάν) μέχρι την έρευνα και την ανάπτυξη, την εξωστρέφεια, την ενσωμάτωση σε παγκόσμιες αλυσίδες παραγωγής, τις αγορές κεφαλαίου, το πολύ μικρό επιχειρηματικό μέγεθος, την πολιτική και ρυθμιστική σταθερότητα, τη γραφειοκρατία, τη διαφθορά, κ.λπ. Ολοι αυτοί οι παράγοντες είναι εξαιρετικά καθοριστικοί για την οικονομική επιτυχία μιας χώρας.

Και δεν έχουν καμία σχέση με το ευρώ ή τη δραχμή – αλλά θα χειροτέρευαν ακόμη περισσότερο έξω από το κοινό ευρωπαϊκό πλαίσιο.

Στη χώρα που χρειάστηκε μνημόνιο για να πάψει να έχει συνταξιούχους 45 ετών ή για να μάθει πόσους δημοσίους υπαλλήλους πληρώνει ή για να αποκτήσει φορολογική διοίκηση, δεν είναι το νόμισμα που μας φταίει.

Και πάντως η καλύτερη σύνοψη δόθηκε από τον Μάρτιν Γουλφ – κάθε άλλο παρά αισιόδοξο για το μέλλον της Ελλάδας στο ευρώ: εάν η ελληνική οικονομία μπορούσε να διαχειριστεί το τιτάνιο έργο μιας επιτυχούς επιστροφής στη δραχμή, θα είχε ήδη διαχειριστεί επιτυχώς την παραμονή στο ευρώ. Αναλογιστείτε το βάρος αυτής της διαπίστωσης περνώντας από την οθόνη του μυαλού σας ορισμένα από τα πρόσωπα που κυβέρνησαν ως υπουργοί τα τελευταία δύο χρόνια.

Η συμπεριφορική ψυχολογία λέει ότι οι άνθρωποι τείνουν να υποτιμούν μελλοντικά κόστη και ωφέλειες, επειδή μετατίθενται σε ένα υποθετικό μέλλον, και να υπερτιμούν τα παρόντα. Και μόνον αυτό το εύρημα θα αρκούσε να μας πείσει ότι οποιοσδήποτε «εθνικός διάλογος» για τη δραχμή θα αναδείκνυε τέρατα. Μετά την ανατριχιαστική παράθεση των επιπτώσεων ενός Grexit, ο αντίλογος θα ήταν το γνωστό και αφοπλιστικό: «Στο ευρώ να πού φτάσαμε. Τι χειρότερο μπορεί να μας συμβεί;».

Ολα αυτά έχουν τη σημασία τους, επειδή ζήσαμε και το υπερήφανο δημοψήφισμα του 2015 και το Brexit και την εκλογή Τραμπ. Ορθολογιστές και φιλελεύθεροι υπερτιμήσαμε τη δύναμη των δεδομένων και των επιχειρημάτων, την ορθολογικότητα των ψηφοφόρων.

Υποτιμήσαμε τον θυμό, την τυφλή απόγνωση, την τιμωρητικότητα, το «να ψοφήσει η κατσίκα του γείτονα», τη γοητεία που ασκούν στο πλήθος τσαρλατάνοι και δημαγωγοί. Υποτιμήσαμε τη διαπεραστική ισχύ του λαϊκισμού, που πατάει σε όλα τα παραπάνω.

Ο Μαδούρο της Βενεζουέλας στις ομιλίες του ισχυρίζεται ότι τον επισκέπτεται τακτικά ένα πουλάκι που του μεταφέρει μηνύματα και την ευλογία του αείμνηστου ηγέτη Τσάβες. Το πουλάκι της δραχμής κάθε τόσο μας επισκέπτεται στη δημόσια συζήτηση. Αν το ακολουθήσουμε, μας πάει κατευθείαν Βενεζουέλα, που με το εθνικό νόμισμά της αναμφίβολα μεγαλούργησε κι αυτή...

* Ο κ. Γιώργος Παγουλάτος είναι καθηγητής Ευρωπαϊκής Πολιτικής και Οικονομίας στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών και επισκέπτης καθηγητής στο Κολέγιο της Ευρώπης.


kathimerini.gr



Μοιραστείτε

Share/Bookmark

Η ΣΕΛΙΔΑ ΜΑΣ ΣΤΟ FACEBOOK

Δεν υπάρχουν σχόλια: