Τρίτη, 12 Ιουλίου 2016

Κυρίαρχες ελληνικές οικονομικές φαντασιώσεις

Εθισμένος ο ελληνικός λαός σε τακτικές από τα πάνω παροχών και σε ένα παρεμβατικό κράτος, ανεξάρτητα αν βρίσκονται δεξιοί η αριστεροί στην εξουσία, επιλέγει λύσεις ευκολίας και υποσχέσεις άκοπης ευημερίας. Συνηθέστατα απογοητεύεται. Αλλά ποτέ δεν στρέφει την πλάτη οριστικά σ’ αυτές τις ανοησίες γιατί έχει παραδοσιακά μάθει να πιστεύει και να ελκύεται απ’ αυτές. Ελπίδα σωτηρίας υπάρχει μόνο κάτω από κοπιαστικές προσπάθειες ενημέρωσης της κοινής γνώμης. Και σκληρή δουλειά πόρτα – πόρτα πληροφόρησης των Ελλήνων για τις παραδοξότητες των ανέφικτων ισχυρισμών κι εξαγγελιών.
Δύο κυρίαρχοι μύθοι πάνω στους οποίους στηρίζεται η αριστερή επιχειρηματολογία είναι πως το κραχ του ‘29 υπήρξε προιόν κρίσης του καπιταλισμού, που επιτάθηκε από την πολιτική αδράνεια της τότε αμερικανικής κυβέρνησης, και πως η τελευταία κρίση των στεγαστικών δανείων στις ΗΠΑ, απ’ όπου προέκυψε το σημερινό οικονομικό αδιέξοδο, προήλθε από την ανεξέλεγκτη λειτουργία της ελεύθερης αγοράς και των δίχως έλεγχο τραπεζών. Η πραγματικότητα βέβαια δεν έχει την παραμικρή σχέση με τους παραπάνω ισχυρισμούς. Και στις δύο περιπτώσεις η κρίση και τα αδιέξοδα προέκυψαν σαν αποτέλεσμα κυβερνητικών, και μάλιστα βάναυσων, παρεμβάσεων στην οικονομία, στις αγορές και στο τραπεζικό σύστημα.
Πριν από την μεγάλη οικονομική κρίση του 1929 είχε υπάρξει μια άλλη νωρίτερα (1921) για την οποία ουδείς σήμερα ενδιαφέρεται και ούτε καν την μνημονεύει. Διότι απλούστατα αντιμετωπίσθηκε με μεγάλη επιτυχία από την τότε αμερικανική κυβέρνηση του Προέδρου Warren Harding. Με αφοσίωση στις αρχές της οικονομίας της αγοράς ο τότε Πρόεδρος αρνήθηκε
να μπει στον ρυθμό των έντονων κρατικών παρεμβάσεων κι’ επέλεξε την απλή λογική της μείωσης των φόρων, της περικοπής δημοσίων δαπανών και της αποχής από κάθε εμπλοκή σε έλεγχο μισθών και εισοδημάτων αλλά και σε άρνηση να περιορίσει τον ελεύθερο ανταγωνισμό. Μέσα σε ένα χρόνο η οικονομία αναπτύχθηκε με ρυθμό 6% και η ανεργία έπεσε στα μισά (από 4,9 εκατ σε 2,8 εκ.) (Βλ. σχετ.. Jim Powell, “Not-So-Great Depression”. National Review, 7 Ιανουαρίου, 2009).
Όταν ήλθε η επόμενη κρίση, το 1929, η κυβέρνηση του Προέδρου Herbert Hoover ενεπλάκη σε μια διαδικασία έντονου πολιτικού ακτιβισμού. Παρά τους αντίθετους μύθους και συνεπικουρούμενος από το ρεπουμπλικανικό Κογκρέσσο δραστηριοποιήθηκε άμεσα περνώντας τον περίφημο νόμο Smoot-Hawley που επέβαλε τους υψηλότερους προστατευτικούς δασμούς εναντίον των εισαγομένων από το εξωτερικό προϊόντων. Η σκέψη ήταν πως τα εμπόδια στο ελεύθερο εμπόριο θα ενίσχυαν την εθνική βιομηχανία που θα απορροφούσε την τοπική ζήτηση αυξάνοντας έτσι την απασχόληση. Όμως το αποτέλεσμα υπήρξε αρνητικό. Οι άλλες ώρες ανταπέδωσαν, κλείνοντας τις δικές τους αγορές, με συνέπεια τα αμερικανικά εξαγωγικά προϊόντα να μείνουν στα ράφια. Την ίδια ώρα οι αμερικανικές τράπεζες, περιορισμένες από την νομοθεσία που τους απαγόρευε να δραστηριοποιούνται εκτός των συνόρων των επί μέρους πολιτειών, αντιμετώπιζαν μεγάλα προβλήματα ρευστότητας – που το Federal Reserve Board (Κεντρική Τράπεζα) επέτεινε με την αρνητική του στάση - με συνέπεια το ξεζούμισμα από χρήμα της αγοράς και το οδήγημα σε χρεοκοπία πολλών απ’ αυτές. Την ίδια ώρα στον Καναδά, που δεν υπήρχε η σχετική νομοθεσία αλλά ούτε και Κεντρική Τράπεζα, η κρίση πέρασε μάλλον ανεπαίσθητα.
Ο ίδιος ο μέχρι πρόσφατα κεντρικός Τραπεζίτης των ΗΠΑ Ben Bernanke δήλωσε σε μια εκδήλωση προς τιμήν του Milton Friedman και της Anna Schwartz, που είχαν γράψει το διάσημο βιβλίο για την κρίση του 1929 (Α Monetary History of the United States 1867-1960, 1963) όπου κι αποκάλυπταν τις ευθύνες των πολιτικών παρεμβάσεων του Fed για όσα στη συνέχεια διαδραματίσθηκαν : «Είχατε δίκιο, εμείς φταίγαμε. Και ντρεπόμαστε γι’ αυτό. Αλλά, χάρι σ’ εσάς, μάθαμε και δεν θα το επαναλάβουμε στο μέλλον» !!
Είναι επίσης μύθος πως το λεγόμενο New Deal του Προέδρου Roosevelt (εκτεταμένες κρατικές παρεμβάσεις στην οικονομία, μια σειρά γιγαντιαίων δημοσίων έργων, υψηλοί φόροι και αντίθεση στις μεγάλες μπίζνες και στα οικονομικά συμφέροντα, μεγάλοι έλεγχοι των αγορών και χιλιάδες επιδοτήσεις) έβγαλε την Αμερική από την κρίση και την οδήγησε σε θεαματική ανάπτυξη. Η αλήθεια είναι πολύ διαφορετική. Επί Roosevelt η οικονομία πήγαινε από το κακό στο χειρότερο. Τα μέτρα που πήρε εμβάθυναν την ανεργία και το κλείσιμο επιχειρήσεων. Ουσιαστικά επανέλαβε σε ακόμη μεγαλύτερη κλίμακα τις πολιτικές του Hoover (βλ. σχετ. Paul Johnson, A History of the American People. Σελ. 757, 1998). Με παρόμοια, αναπόφευκτα βέβαια, αποτελέσματα (βλ. σχετ. Harold Cole και Lee Ohanian, “The New Deal Policies and the Persistence of the Great Depression,” Journal of Political Economy 112, no. 4, σελ. 779-816, 2004).
Αυτό που οδήγησε την Αμερική μακριά από τον οικονομικό γκρεμό υπήρξε βέβαια ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος και η συμμετοχή της σ’ αυτόν. Δεκάδες χιλιάδες νέων εντάχθηκαν στις ένοπλες δυνάμεις ενώ οι διεθνείς αγορές των φιλικών χωρών, απρόσιτες στις άλλες οικονομίες λόγω κρίσης, πολέμου και κλειστών συνόρων άνοιξαν άξαφνα για τα προιόντα των ΗΠΑ. Με την λήξη του πολέμου οι οπαδοί του Κέυνς φοβήθηκαν πως η μείωση των δημοσίων δαπανών θα έφερνε και πάλι τις ΗΠΑ στο χείλος της κρίσης. Έγινε όμως το αντίθετο. Ο δυναμικός κι ελευθερωμένος πλέον ιδιωτικός τομέας πήρε στην πλάτη του την ανάπτυξη δημιουργώντας ρυθμούς ανεπανάληπτου πλουτισμού κι ευημερίας. Η υποχώρηση του κράτους έφερε πλούτο και παγκόσμια κυριαρχία.
Αλλά και για την πρόσφατη κρίση των στεγαστικών δανείων οι κονδυλοφόροι της Αριστεράς έχουν χύσει τόνους μελάνι υποστηρίζοντας πως για όλα ευθύνη έχουν οι ανεξέλεγκτες ελεύθερες αγορές. Η τρομακτική όμως επέκταση των δίχως εγγυήσεις δανειοδοτήσεων για την απόκτηση κατοικίας στην Αμερική, και τα συνακόλουθα αδιέξοδα, προήλθαν από την κορυφή – από κυβερνητικές πρωτοβουλίες δηλαδή και από το αμερικανικό κράτος.
Με την ίδρυση των ημι-κρατικών Τραπεζών Φάννυ Μαίη και Φρέντυ Μάκ ενθαρρύνθηκε η έκδοση δανείων δίχως εγγυήσεις, σε βαθμό μάλιστα που από ένα σημείο κι έπειτα ήταν περίπου παράνομο οι Τράπεζες να μην βγάζουν πολλά τέτοια δάνεια και να αρνούνται σε άκληρους μαύρους την παροχή τέτοιων δανείων και να προτιμούνται εύποροι λευκοί. Μάλιστα οικονομολόγοι του λεγόμενου «προοδευτικού» τόξου (και Νομπελίστες μάλιστα !!) διαπίστωναν με στοιχεία πως αυτές οι Τράπεζες ήσαν απόλυτα φερέγγυες (λ.χ.Joseph Stiglitz κα, “Implications of the New Fannie Mae and Freddie Mac Risk-Based Capital Standard”, Fannie Mae Papers, τ. 1, νο. 2, Μάρτιος 2002) και πως οι επιθέσεις εναντίον τους ήταν κακόβουλες μια και αυτές δεν έδωσαν δάνεια δίχως εγγυήσεις. Κανείς όμως δεν ισχυρίσθηκε ποτέ κάτι τέτοιο. Απλά, εμφανιζόμενες σαν τριτεγγυητές – με κρατική στήριξη – τέτοιων δανείων χαλύβδωναν την αξιοπιστία τους και διευκόλυναν την γιγάντωσή και επέκτασή τους (βλ. Paul Krugman, “Fanny, Freddie and You”, New York Times, 14 Ιουλίου 2008).
Κι ο φίλος και μέντορας του πρώην Υπουργού μας των Οικονομικών, ο περίφημος αριστερός οικονομολόγος James Galbraith, δεν δίσταζε τότε να επιμένει πως οι πολιτικές εύκολης απόκτησης στέγης υπήρξαν προιόντα παρέμβασης του «φιλεύσπλαχνου» κράτους για ενίσχυση των πτωχότερων τμημάτων της κοινωνίας:
“Ο τομέας της στέγης υπάρχει στην έκταση αυτή χάρις σ’ ένα μεγάλο δίκτυο υποστηρικτικών οικονομικών θεσμών, με στήριγμα ομοσπονδιακούς μηχανισμούς ασφάλισης των πιστώσεων ….(Φάννυ Μαίη, Τζίνυ Μαίη, Φρέντυ Μάκ) που διευκολύνουν το αφορολόγητο των τόκων των σχετικών προσημειώσεων… (Μέσω όλων αυτών) τα ποσοστά αύξησης της ιδιοκτησίας αυξήθηκαν – χάρις στο κράτος, κι όχι στην αγορά» (βλ. σχετ. James Galbraith, The Predator State, σελ. 110, 2008).
Όλοι αυτοί βέβαια, αφού ξέσπασε η κρίση, τρέχουν να εξαφανισθούν κατηγορώντας για τα πάντα τις αγορές και τις «ανεξέλεγκτες» υποτίθεται Τράπεζες. Μόνο που πίσω από όλες αυτές τις δραστηριότητες βρισκόταν το κράτος και η απόφαση των κυβερνήσεων Κλίντον και Μπούς να κερδίσουν ψήφους κάνοντας τους φτωχούς και τις μειονότητες ιδιοκτήτες – δίχως να τους στοιχίσει σχεδόν ούτε μία. Έτσι γίνεται συνήθως: οι εύκολες και φτηνές παροχές καταλήγουν συνήθως σε τραγωδίες. Που τις πληρώνουν πάντα οι συνεπείς φορολογούμενοι.
Όσο για τις «δίχως έλεγχο» χρηματοπιστωτικές αγορές, που υποτίθεται πως οδήγησαν στην κρίση, αρκεί να σημειώσουμε πως, στην Ουάσιγκτον μόνο, στον τομέα ελέγχου των χρηματοπιστωτικών δραστηριοτήτων των Τραπεζών, απασχολούντο λίγο πριν και στη διάρκεια της κρίσης 12.190 άνθρωποι!! Από το 1980, που ξεκίνησε το κύμα ρυθμίσεων των χρηματοοικονομικών δράσεων, το κόστος των ομοσπονδιακών φορέων που απασχολούντο με αυτό αυξήθηκε από 725 εκ δολ σε 2,3 δις δολ προσαρμοσμένα στον πληθωρισμό (βλ. Veronique de Rugy και Melinda Warren, ”Regulatory Agency Spending Reaches New Height”. 2009 Annual Report, σελ. 5-6, Mercatus Center and Washington Univ. in St. Louis, Αύγουστος 2009). Αξίζει να σημειώσουμε πως επί Προέδρου George W Bush οι κρατικές ελεγκτικές παρεμβάσεις/ρυθμίσεις στην οικονομία αυξήθηκαν με ρυθμό περίπου 78.000 σελίδων το χρόνο!
Η Καναδή Νάομι Κλάιν γράφοντας την πολεμική της κατά της οικονομίας της αγοράς (Το Δόγμα του Σόκ: Η Ανοδος του Καπιταλισμού της Καταστροφής, 2007) ανακαλύπτει πίσω από κάθε κρίση διαβολικά σχέδια του Φρήντμαν και των ομοίων του, της Σχολής του Σικάγο, για τρομοκράτηση των λαών κι’ επέλαση του φιλελεύθερου καπιταλισμού του ελάχιστου κράτους. Μόνο που τις κρίσεις τις προκαλούν οι ασύγγνωστες παρεμβάσεις του δημοσίου τομέα στην οικονομία. Και καταλήγουν συνήθως σε μέτρα σκληρού παρεμβατισμού στις αγορές με αύξηση του αυταρχισμού (έλεγχοι τιμών και εισοδημάτων, μεγάλωμα του κράτους, περιορισμοί στον συνδικαλισμό και στις ελεύθερες διαπραγματεύσεις) των φόρων και περιορισμών στα δικαιώματα ιδιοκτησίας. Ότι ακριβώς έγινε και στην Ελλάδα με τα μέτρα για την λεγόμενη «διάσωση της οικονομίας».
Τι σόι νεοφιλελευθερισμός είναι αυτός, που με βαναυσότητα επιτίθεται κατά των ιερών της ελεύθερης οικονομίας και κοινωνίας, μόνο οι θεωρητικοί της Αριστεράς μπορούν να διακρίνουν…

Μοιραστείτε

Share/Bookmark

Η ΣΕΛΙΔΑ ΜΑΣ ΣΤΟ FACEBOOK

Δεν υπάρχουν σχόλια: