Δευτέρα, 19 Σεπτεμβρίου 2016

Ξεκίνησε η δίκη για τον δολοφονικό εμπρησμό στη Marfin

Με την παρουσία των συγγενών των τραγικών θυμάτων από τη δολοφονική επίθεση με μολότοφ και τον εμπρησμό της Marfin ξεκίνησε η δίκη για τα δραματικά γεγονότα που σφράγισαν με τον πλέον απάνθρωπο τρόπο τη μεγάλη διαδήλωση του Μαΐου του 2010 κατά των μέτρων δημοσιονομικής προσαρμογής.

Ο πατέρας και η μητέρα της άτυχης Αγγελικής Παπαθανοσοπούλου που βρήκε τραγικό θάνατο όπως και δύο ακόμα συνάδελφοί της ευρισκόμενη μάλιστα σε προχωρημένη εγκυμοσύνη ανέβηκαν στο βήμα για να δηλώσουν παράσταση πολιτικής αγωγής χωρίς να μπορούν να μιλήσουν.

Ο πατέρας της άτυχης Αγγελικής περιορίστηκε μόνον να περιγράψει πως έμαθε από συγγενικό του πρόσωπο και τα μέσα μαζικής ενημέρωσης την τραγική κατάληξη του παιδιού του αλλά και του αγέννητου εγγονού του.

Παράσταση πολιτικής αγωγής δήλωσαν και οι συγγενείς των δύο άλλων θυμάτων του φονικού εμπρησμού της Παρασκευής Ζούλια και του Επαμεινώνδα Τσάκαλη.

Οι δύο κατηγορούμενοι, Θοδωρής Σίψας και Παύλος Αντρέεβ αρνήθηκαν τα αδικήματα που τους αποδίδονται, και κατά περίσταση είναι ανθρωποκτονία εκ προθέσεως κατά συναυτουργία και κατά συρροή, απόπειρα ανθρωποκτονίας, κατοχή εκρηκτικών υλών, έκρηξη και άλλα.

"Από το 2011 έχω καταδικάσει δημόσια τη συγκεκριμένη επίθεση και έχω αρνηθεί τις κατηγορίες. Έχω πάρει θέση και δεν έχω καμία ανάμειξη στη επίθεση" ανέφερε για τα όσα του αποδίδονται ο Θ. Σίψας, αναφέροντας ότι ο ίδιος είχε πάρε μέρος στην πορεία ως διαδηλωτής. Αντίστοιχα, ο Π. Αντρέεβ καταδίκασε με τη σειρά του την επίθεση, αρνήθηκε την κατηγορία.

Η ακροαματική διαδικασία ξεκίνησε, ύστερα από αίτημα της πολιτικής αγωγής με δευτερεύοντες μάρτυρες, καθώς οι δύο από τους τρεις συνηγόρους πολιτικής αγωγής βρίσκονταν σε άλλα ακροατήρια. Συνολικά έχουν κληθεί να καταθέσουν περισσότεροι από 80 μάρτυρες και των οποίων 37 απουσίαζαν κατά την πρώτη ημέρα συνεδρίασης.

Σήμερα εξετάστηκαν περισσότεροι από 20 μάρτυρες, υπάλληλοι παρακείμενων εταιριών και της τράπεζας Μαρφίν. Κανένας τους δεν αναγνώρισε στο πρόσωπο των κατηγορουμένων τους δράστες της δολοφονικής επίθεσης του υποκαταστήματος, ενώ υπήρξε και ένας μάρτυρας που ζήτησε να μην επεκταθεί περαιτέρω στα πραγματικά περιστατικά γιατί δεν ένιωθε ασφαλής: Συγκεκριμένα, είπε: "Δεν θέλω να επεκταθώ παραπάνω. Δεν νιώθω ασφάλεια. Υπήρχε ένας διάλογος τότε με κάποια άτομα. Δεν έχω δει τα πρόσωπα αυτά σήμερα εδώ".

«Ζήσαμε την αγωνία του θανάτου πάρα πολλή ώρα. Δεν ξέραμε αν θα ζούμε στα επόμενα πέντε λεπτά Αναρωτιόμασταν γιατί δεν βλέπουμε την πυροσβεστική. άκουσα μετά ότι εμποδίστηκε από κάποιους διαδηλωτές», ήταν μερικά από τα όσα περιγράφηκαν ενώπιον του δικαστηρίου.

Έντονος διάλογος επικράτησε μεταξύ της εισαγγελέως της έδρας και της υπεράσπισης του πρώτου κατηγορούμενου, κατά τη διάρκεια εξέτασης υπαλλήλου της τράπεζας Μαρφίν, η οποία υποστήριξε
-μετά από σχετική ερώτηση- ότι ο σωματότυπος του Θ. Σίψα «δεν αποκλείεται να ταιριάζει» με αυτόν ενός εκ των τριών δραστών, χωρίς βέβαια να αναγνωρίσει το δράστη. Ο συνήγορος υπεράσπισης Δημήτρης Κατσαρής, επεσήμανε με τη σειρά του ότι με τον τρόπο αυτό δεν γίνεται να κατηγορούνται άνθρωποι για ανθρωποκτονία.

«Είδε τρεις συνολικά. Κινούνταν σαν φοιτητές, γρήγορα. Ο ένας ήταν πιο ψηλός, πάνω από 1.70 μ., οι άλλοι μετρίου αναστήματος. Δεν ήταν ιδιαίτερα εύσωμοι και φορούσαν κουκούλες. ο ένας έριξε, όταν υποχώρησε το τζάμι και αμέσως ξέσπασε η φωτιά. Μία συνάδελφος φώναξε "είμαστε άνθρωποι μέσα», μήπως και δεν το είχαν καταλάβει. Ακούγαμε απ' εξω "κάψτε τους" αλλά δεν κάθισα να ασχοληθώ ποιος το είπε".

Εισαγγελέας: Το αποκλείετε ότι το ύψος του πρώτου κατηγορουμένου μπορεί να είναι το ίδιο με τον ψηλό δράστη;

Μάρτυρας: Δεν το αποκλείω

Υπεράσπιση: Μη δημιουργείτε εντυπώσεις στους κυρίους ενόρκους. Με σωματοδομή και σωματότυπο να πηγαίνουν κατηγορούμενοι για ανθρωποκτονίες που ακούστηκε αυτό;

Εισαγγελέας: Έχουμε δικαίωμα να κάνουμε ερωτήσεις. Αν θέλετε να σχολιάσετε, μπορείτε

Υπεράσπιση: Δεν το απαγόρευσε κανεις. Μην δημιουργείτε εντυπώσεις.

Στη συνέχεια, η υπεράσπιση ρώτησε αν η μάρτυρας είναι βέβαιη ότι μοιάζει ο σωματότυπος για να λάβει την απάντηση: "τώρα βλέπω δύο ανθρώπους που κάθονται σε χαλαρή στάση. Εκείνη τη στιγμή απο φόβο και τρομοκρατία, είδα γιγαντομένη μία μορφή απέναντί μου.

Υπεράσπιση: θα μπορούσε και να μην μοιάζει δηλαδή;

Μάρτυρας: θα μπορούσε. Είναι ένας κοινός σωματότυπος.

Μεταξύ των μαρτύρων που δεν αναγνώρισε τους κατηγορούμενους, και ο υπάλληλος της Μαρφίν, Γιώργος Στρατογιαννάκης, ο οποίος περιέγραψε τα όσα έζησε: "Προσπάθησα να κατέβω στο ισόγειο για να σβήσω τη φωτιά. Είδα φλόγες που έγλειφαν το ισόγειο και ανέβηκα πάνω. Στο μπαλκόνι, στο 2ο όροφο ήταν 2 συνάδελφοι, και μου είπαν "αυτοί έρχονται και πετάνε κι άλλο". Έσκυψα και είδα κάποιον στο σημείο που είχε σπάσει η τζαμαρία, που κρατούσε κάνιστρο και κάτι έριχνε, ή έτσι φαινόταν. Το έκανε 2-3 φορές και όταν έφευγε ξαναφούντωνε η φωτιά. Φορούσε μαύρα ρούχα, ήταν νεαρός μετρίου αναστήματος καλοντυμένος, θα μπορούσε να ήταν φοιτητής, 20 -22 χρονών. Μας κοιτούσε και μας έκανε χειρονομία. Στην αρχή κατάλαβα ότι ήταν κάποιος που έδειχνε τη φωτιά. Μετά που το συζήτησα με συναδέλφους τελικά έδειχνε τα γεννητικά του όργανα και έκανε άσεμνη χειρονομία". Όπως εξήγησε πάντως, δεν μπορεί να αναγνωρίσει κάποιο συγκεκριμένο πρόσωπο.

Ο μάρτυρας ανέφερε πως ήταν ο τελευταίος που βρέθηκε στον ίδιο χώρο με τους άτυχους Αγγελική Παπαθανασοπούλου και Επαμεινώνδα Τσάκαλη. «Έμπαινε ο καπνός στο γραφείο του Νόντα. Προσπαθούσε να βρει κάποιον στο τηλέφωνο, μάλλον για να δει τί πρέπει να κάνουμε για να προστατευτούμε. Η Αγγελική ήταν δίπλα του, μάλλον γιατί ήξερε κατάσταση της και ήθελε να τη βοηθήσει. Λεμε να φύγουμε, να βρούμε τους άλλους. Έβαλα το σακάκι μου στη μύτη και κρατούσα με το άλλο χέρι την κουπαστή. Κατέβηκα στον άλλο όροφο. Αυτή η τελευταία επαφή που είχα. Το Νώντα τον βρήκαν στα σκαλιά δεν τον έφτασε η ανάσα του και έπαθε ασφυξία» είπε και πρόσθεσε: «Η Αγγελική δεν είχε κουνηθεί καθόλου από το γραφείο. Μέρες μετά είδα το αποτύπωμα του σώματός της, του χεριά της στο πάτωμα. Εκείνη την ημέρα, 21 άτομα βγήκαμε ζωντανοί. Τρεις άλλοι, όχι».

Αντίστοιχα, ο Ευάγγελος Λαγουδάτος, υπάλληλος της Μαρφίν, κατέθεσε τα εξής: «Ήμουν στο δεύτερο όροφο και άκουσα το ‘μπαμ’ στο κατάστημα. Ακούστηκε θόρυβος, βγήκα το μπαλκόνι και φώναξα σε αυτούς που βρισκόταν στην είσοδο και έκαναν επίθεση να γιατί υπήρχε κόσμος. Θυμάμαι ότι είχα πάρει μία κούτα για χαρτιά Α4 και τους έλεγα 'φύγετε, αλλιώς θα την πετάξω". Ήρθε τότε ένα συνάδελφος και μου είπε "άστο θα τους σκοτώσεις"».

Εισαγγελέας: Αλλά κι αυτοί ήθελαν να σκοτώσουν εσάς...

Μάρτυρας: Δεν μπορούσα να το φανταστώ αυτό...

Και συνέχισε ο Ευαγγ. Λαγουδάτος: "Άκουσα το συναγερμό πυρασφάλειας. Είδα κάποιον κάτω από το μπαλκόνι όπου βρισκόμουν, να βαράει, ή να κάνει μία αντίστοιχη κίνηση. Ήταν μαυροντυμένοι με κάτι άσπρο στα χέρια τους. Δεν μπορούσα να δω πόσοι ήταν. Ήταν όχλος. Αυτοί που τα έσπαγαν και η πορεία". Όπως κατέθεσε, ο ίδιος σώθηκε γιατί κατάφερε να σκαρφαλώσει από το μπαλκόνι της τράπεζας σε αυτό παρακείμενου κτιρίου. Στη συνέχεια, έσπασε την πόρτα και κατέβηκε στο δρόμο.

«Να καείτε»
Αίσθηση προκαλεί το γεγονός ότι ο μάρτυρες όπως και πολλοί άλλοι, υποστήριξαν στο δικαστήριο ότι όταν ήταν στο μπαλκόνι, ενώ το κτίριο φλεγόταν, άκουσε διαδηλωτές να του "φωνάζουν από το "να καείς ρε", μέχρι μούτζες και βρισιές".

Παράλληλα, η Αναστασία Κούκου, υποδιευθύντρια του ίδιου υποκαταστήματος, υποστήριξε πως η φωτιά εξαπλώθηκε γρήγορα. "Έπιασε φωτιά μπροστά στη τζαμαρία στο γραφείο της διευθύντριας. Εξαπλώθηκε όπως κατάλαβα, από το εύφλεκτο υλικό και από τον τρόπο που ήταν φτιαγμένο στο κατάστημα. Δημιουργήθηκε το φαινόμενο της καμινάδας μας είπαν και άρπαξε αμέσως".

Περιγράφοντας τις στιγμές αγωνίας, με σπασμένη φωνή, η μάρτυρας κατέθεσε: «Ήμασταν στο μπαλκόνι. Υπήρχε καπνός από μέσα από το κατάστημα και από την είσοδο. Προσπαθούσα να προστατευθώ για να αναπνεύσω. Δεν έβλεπα τίποτα. Ένας συνάδελφος είχε περάσει τα κάγκελα στο μπαλκόνι σε ένα διακοσμητικό πεζουλάκι για να αναπνεύσει και κρατιόμασταν χέρι - χέρι για να μην πέσει. Δεν μπορούσα να μιλήσω, ήμουν μέσα στον καπνό. Δεν μπορούσα ούτε να ζητήσω βοήθεια».

Η Αναστασία Χρηστάκη, επίσης υπάλληλος, περιέγραψε τους δράστες της επίθεσης ως «μικρόσωμα, αδύνατα παιδιά. Δεν ήταν άνδρες. Είχαν ευλυγισία και έκαναν γρήγορα τις κινήσεις τους. Είχαν καλυμμένα χαρακτηριστικά, με υφάσματα και μάσκες». Η ίδια επεσήμανε ότι από το μπαλκόνι όπου βρισκόταν, έβλεπε κόσμο να περνάει καθώς και μία κοπέλα: «Άκουσα τη φωνή της να λέει "να καείτε". Κάποιοι άλλοι μου πέταξαν ένα μπουκάλι νερό και το έριξα στο πρόσωπο».

Η δίκη συνεχίζεται στις 14 Οκτωβρίου.

Πηγή: skai.gr


Μοιραστείτε

Share/Bookmark

Η ΣΕΛΙΔΑ ΜΑΣ ΣΤΟ FACEBOOK

Δεν υπάρχουν σχόλια: