Σάββατο, 31 Δεκεμβρίου 2016

«Απόδραση» από τη Βενεζουέλα

ΣΕΛΑΝΑ ΒΡΟΝΤΗ

Στα πρώτα σκοτεινά πλάνα ακούμε μια αντρική φωνή να λέει στα Ελληνικά: «Καράκας, 17 Νοεμβρίου 2016, Γιάννης Κουζηνός, καλώς ορίσατε στη Βενεζουέλα». Μετά, μέσα από μια κάμερα, ο άντρας μάς ξεναγεί στο μικρό, λιτό διαμέρισμά του. Πρώτα στην κουζίνα, όπου ανοίγει το μισοάδειο ψυγείο του, και στη συνέχεια στο μπάνιο, όπου δεν τρέχει νερό από τον νιπτήρα. Στο τέλος κατευθύνεται στο μπαλκόνι, που είναι χτισμένο γύρω-γύρω με ψηλά κάγκελα. Ο συμβολισμός είναι ευδιάκριτος: το σπίτι του έγινε φυλακή.

Το βίντεο αποτελεί μέρος μιας καμπάνιας ανεύρεσης πόρων για τον Γιάννη Κουζηνό, o οποίος το 2011 μετοίκησε μαζί με τη Βενεζουελανή γυναίκα του, Μιλάγκρος, και την κόρη τους Βικτόρια στο Καράκας. Εφυγαν από την Ελλάδα ελπίζοντας ότι θα γλιτώσουν από την οικονομική κρίση, αλλά δυστυχώς βρέθηκαν εκεί σε μια άλλη, πολύ χειρότερη. Μετά τον θάνατο του Ούγκο Τσάβες το 2013 (ο αριστερός ηγέτης που κυβέρνησε τη Βενεζουέλα επί 14 χρόνια) και τη μείωση της τιμής του πετρελαίου παγκοσμίως (η οικονομία της χώρας βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στα μεγάλα αποθέματα του μαύρου χρυσού), το κράτος της Λατινικής Αμερικής έχει πλέον φτάσει στο χείλος του γκρεμού.

Ο 43χρονος Ελληνας μετανάστης ήθελε να επιστρέψει στην πατρίδα, αλλά δυστυχώς δεν είχε χρήματα για το ταξίδι της επιστροφής. Βρέθηκε εγκλωβισμένος σε μια κατάσταση εφιαλτική. Στη σελίδα του στο Facebook αλλά και στο liberal.gr άρχισε να περιγράφει τον αγώνα για την επιβίωση και τον φόβο για μια λαϊκή εξέγερση. Εγινε άθελά του «πολεμικός» ανταποκριτής. «Μιλάγκρος», το όνομα της γυναίκας του, σημαίνει «θαύματα». Ενα τέτοιο περίμενε ο Γιάννης να του συμβεί. Και συνέβη. Η καμπάνια crowdfunding, που διοργάνωσε πριν από έναν μήνα ένας από τους πολλούς διαδικτυακούς του φίλους, ο Ηλίας Παπανικολάου, ολοκληρώθηκε με επιτυχία: εξασφαλίστηκε το ποσό των 10.000 δολαρίων που θα επιτρέψει στον ίδιο και στην οικογένειά του να φύγουν από το Καράκας και να επιστρέψουν στην Ευρώπη.

Ο Γιάννης δεν αποκαλύπτει πολλά για τον εαυτό του – τόσο για λόγους ασφαλείας όσο και επειδή ετοιμάζεται να
γράψει βιβλίο για την περιπέτειά του, οπότε θεωρεί σκόπιμο προς το παρόν να κρατάει τις λεπτομέρειες της προσωπικής του ιστορίας για τον εαυτό του. Ξέρουμε μόνο ότι ζει και εργάζεται ως ελεύθερος επαγγελματίας (δεν δηλώνει επάγγελμα, λέει μόνο ότι έχει δοσοληψίες με το Δημόσιο προς το συμφέρον των πελατών του). Οπως επίσης ότι η Μίλη, όπως είναι το χαϊδευτικό όνομα της γυναίκας του, ζούσε όλη της τη ζωή στη Βενεζουέλα, με μικρές... αποδράσεις στην Ελλάδα, όπου και γνωρίστηκαν.

Οταν γιγαντώθηκαν οι φόβοι του για την ελληνική κρίση, ο Γιάννης έπεισε τη Μίλη να φύγουν για το Καράκας, όπου εκείνη διαθέτει ακίνητη περιουσία (το σπίτι που βλέπουμε στο βίντεο είναι το πατρικό της). Η Μίλη είχε αντιρρήσεις. Εκείνος όμως επέμεινε, πιστεύοντας ότι η Βενεζουέλα είναι μια χώρα ευκαιριών. Φτάνοντας εκεί, κατάλαβε το λάθος του. «Aπό την πρώτη στιγμή που ήρθαμε», γράφει στο liberal.gr, «επικρατούσε χάος. Τα καταστήματα ήταν άδεια και ήταν δύσκολο να βρούμε προϊόντα. Σήμερα στις φτωχογειτονιές είναι συχνό φαινόμενο το πλιάτσικο. Οι εικόνες που παρακολουθείτε στην τηλεόραση, με τις ουρές στα σούπερ μάρκετ, είναι παντού και καθημερινά».

Η τριμελής οικογένεια μένει στον 28ο όροφο ενός ουρανοξύστη. «Ολα τα κτίρια είναι ψηλά εδώ. Μένουμε σε μια συνηθισμένη μικρομεσαία πολυκατοικία», μου λέει ο Γιάννης Κουζηνός στο Skype, ενώ ανάβει το τσιγάρο του. Στην Ελλάδα είναι 10 το βράδυ, εκεί 4 το απόγευμα. Ακούω μόνο τη φωνή του. Δεν τον βλέπω – έχει επιλέξει να είναι κλειστό το βίντεο, γιατί έχει πολύ αργό ίντερνετ. «Τον πρώτο καιρό με είχε πιάσει κατάθλιψη. Η μεσαία τάξη, στην οποία ανήκουμε και εμείς, έχει ισοπεδωθεί. Οι φτωχοί που ζουν στις παραγκουπόλεις υποφέρουν. Η διαφορά είναι ότι εμείς έχουμε ένα κεραμίδι πάνω από το κεφάλι μας. Ελλείψει προϊόντων, κυριαρχεί η μαύρη αγορά. Με μεγάλη δυσκολία τα βγάζουμε πέρα», λέει ο 43χρονος Ελληνας μετανάστης που στήνεται και αυτός στις ουρές στα σούπερ μάρκετ, όπως και ο υπόλοιπος κόσμος.

Τη φωνή του καλύπτουν θόρυβοι από σειρήνες και κορναρίσματα. Μου κάνει εντύπωση αυτό, αν λάβει κανείς υπόψη το ύψος στο οποίο βρίσκεται το σπίτι του από το έδαφος. «Το Καράκας έχει τρομερό κυκλοφοριακό πρόβλημα, αλλά αυτή τη στιγμή είναι ήσυχα. Κοντά μας έχουμε δύο κλινικές. Ο ήχος των ασθενοφόρων είναι απλώς εκνευριστικός. Ο ήχος, όμως, από τα όπλα είναι ο πιο άγριος...»

Παύση. Ξεφύσημα του καπνού. «Στην αρχή, όταν πρωτοήρθα εδώ, νόμιζα ότι οι πυροβολισμοί ήταν δυναμιτάκια, γιατί γνώριζα ότι οι Βενεζουελανοί έχουν αδυναμία στα πυροτεχνήματα. Σύντομα όμως κατάλαβα ότι πεθαίνουν άνθρωποι. Γι’ αυτό δεν κυκλοφορούμε ποτέ μετά τις 6 το απόγευμα – εδώ νυχτώνει νωρίς. Εξι χρόνια εδώ, δεν έχουμε βγει ποτέ βράδυ».

Κυριαρχει η εγκληματικότητα

Στο φως της ημέρας, ο Γιάννης έχει δει πολλές φορές πτώματα στον δρόμο, σκεπασμένα με σεντόνια. Εχει δει κιόλας να σκοτώνουν άνθρωπο μπροστά του σε πολύ κοντινή απόσταση. Και μια άλλη φορά ήταν μάρτυρας σε απόπειρα ληστείας. Σχεδόν όλοι οι Βενεζουελανοί, όπως με πληροφορεί, οπλοφορούν και ο στρατός βρίσκεται παντού, με πλήρη εξάρτυση. «Το Καράκας είναι η πρωτεύουσα με το μεγαλύτερο ποσοστό ανθρωποκτονιών στον κόσμο. Και όλα αυτά, φανταστείτε, σε καιρό ειρήνης. Κανονική γενοκτονία!»

Το ειρωνικό είναι ότι η Βενεζουέλα ήταν η πρώτη χώρα παγκοσμίως που κατάργησε τη θανατική ποινή για όλα τα αδικήματα, ήδη το 1863. Σήμερα είναι πρωταθλήτρια στην εγκληματικότητα. Φοβάται για τη ζωή του; «Πιο πολύ ανησυχώ για την οικογένειά μου. Η κόρη μου ζει σε απολύτως προστατευμένο περιβάλλον, η μόνη της διέξοδος είναι το σχολείο. Την πηγαίνει με το αυτοκίνητο ένας γείτονας, γιατί εμείς δεν διαθέτουμε μεταφορικό μέσο. Ολες τις υπόλοιπες ώρες της ημέρας είναι κλεισμένη στο δωμάτιό της με τον υπολογιστή». Η 13χρονη Βικτόρια φοιτά σε ιδιωτικό γυμνάσιο, που το διαχειρίζονται καθολικές μοναχές, με χαμηλά δίδακτρα. Ο Γιάννης αρνείται να τη στείλει στο δημόσιο σχολείο, όπου τα «παιδιά αναγκάζονται να φορούν κόκκινα μπλουζάκια, να διαβάζουν βιβλία προπαγάνδας και να τραγουδούν τραγούδια της Επανάστασης. Ετσι δημιουργείς στρατιωτάκια στο χέρι ενός δικτάτορα, δεν κάνεις επιμόρφωση», εξηγεί.

Πώς όμως του ήρθε η ιδέα να πάει στη Βενεζουέλα, δεδομένης της πολιτικής κατάστασης; «Η απόφαση βαραίνει εμένα. Το μετάνιωσα πικρά. Η γυναίκα μου ακόμη μου το χτυπάει. Ωστόσο, ακόμη και σήμερα, αν ισορροπούσαν τα πράγματα, υπάρχουν ευκαιρίες. Αλλά δεν βοηθάει το σύστημα. Η διαφθορά και η γραφειοκρατία είναι καφκικού τύπου. Μπορείς να πετυχαίνεις τους σκοπούς σου μόνο αν έχεις χρήματα να λαδώνεις. Ο Τσάβες μοίρασε επιδόματα, αυτοκίνητα, έφτιαξε σχολεία. Ομως δεν έκανε τίποτα ώστε να θωρακίσει τη χώρα του σε περίπτωση πτώσης των τιμών του πετρελαίου. Ο πληθωρισμός σήμερα έχει φτάσει στο 700% ετησίως, ενώ η παραγωγή έχει καταρρακωθεί».

Η συζήτηση οδηγείται στον διάδοχο του Τσάβες, τον Νικολά Μαδούρο. «Είναι υποδεέστερος. Εχει μόνο την εμπειρία ως το δεξί χέρι του Τσάβες. Αν και είναι επίσημα εκλεγμένος πρόεδρος, έχει κάνει κουρελόπανο το σύνταγμα. Μέσω του πλήρως ελεγχόμενου Ανώτατου Δικαστηρίου, ακυρώνει όλες τις αποφάσεις της νέας πλειοψηφίας του Κογκρέσου ως αντισυνταγματικές. Με αποκορύφωμα την πρόσφατη ακύρωση του δικαιώματος των πολιτών να διενεργήσουν δημοψήφισμα για την ανάκληση του προέδρου».

Ο Γιάννης στην αρχή είχε απορρίψει την πρόταση crowdfunding για λόγους υπερηφάνιας. Αλλά μετά την ακύρωση του δημοψηφίσματος δέχτηκε. «Οταν ακούς τον Μαδούρο να κάνει δηλώσεις του τύπου “ούτε με σφαίρες, ούτε με ψήφους δεν θα πάρει η αντιπολίτευση την εξουσία”, τότε καταλαβαίνεις ότι η Βενεζουέλα δεν θα βγει ποτέ από την κρίση με ειρηνικό τρόπο», υπογραμμίζει.

Η οικογένεια Κουζηνού υπολογίζει να φύγει αρχές Απριλίου από το Καράκας. Για να επικυρωθούν τα απαραίτητα έγγραφα για το ταξίδι και να κλείσουν το σπίτι τους, απαιτείται χρόνος (υπενθυμίζουμε ότι η Βενεζουέλα έχει μεγάλη γραφειοκρατία). «Τώρα έχουμε την αγωνία να προλάβουμε να φύγουμε πριν γίνει καμιά χρεοκοπία ή λαϊκή έκρηξη. Αλλά η καμπάνια, όλη αυτή η κίνηση από εκατοντάδες φίλους, μας κάνει να είμαστε αισιόδοξοι. Την ελευθερία μας θέλουμε πια».

Προορισμός τους είναι η Ισπανία, όπου υπάρχουν συγγενείς. («Δεν το ρισκάρουμε με την Ελλάδα, όσο και να την αγαπάμε».) Οταν πέθανε ο πατέρας της Μίλης, λίγο πριν ανέβει ο Τσάβες στην εξουσία, η μητέρα της επέστρεψε μαζί με την άλλη της κόρη στη χώρα των Βάσκων, από όπου κατάγεται. Τι θα κάνει μόλις φτάσουν εκεί; «Θα βγω το βράδυ με τη γυναίκα και το παιδί μου. Και θα τους κρατάω το χέρι»


Μοιραστείτε

Share/Bookmark

Η ΣΕΛΙΔΑ ΜΑΣ ΣΤΟ FACEBOOK

Δεν υπάρχουν σχόλια: